Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

ΔΙΑΒΑΤΑΡΙΚΑ ΠΟΥΛΙΑ - 6ο ΤΕΥΧΟΣ




Η  ΣΧΟΛΙΚΗ  ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ  ΜΑΣ
‘ ΔΙΑΒΑΤΑ…ΡΙΚΑ    ΠΟΥΛΙΑ’
ΤΑΞΗ Δ΄ - ΤΕΥΧΟΣ :6o ( ΜΑΪΟΥ)
(Αφιερωμένο στη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου)
3o  ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΔΙΑΒΑΤΩΝ
Δάσκαλος: Πέτρος Ανδρεανίδης
   
 Ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.
Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.
    Το 1908 ήταν μια χρονιά - ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας.

 Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.




Οι Τούρκοι με πρόσχημα την «ασφάλεια του κράτους» εκτοπίζουν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού στην αφιλόξενη μικρασιατική ενδοχώρα, μέσω των λεγόμενων «ταγμάτων εργασίας» («Αμελέ Ταμπουρού»). Στα «Τάγματα Εργασίας» αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από πείνα, κακουχίες και αρρώστιες.
   Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Ελληνοπόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι, ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1916, οι Τούρκοι
εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους. Ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε 5 αιώνες το πέτυχε ο Κεμάλ σε 5 χρόνια!
   Το 1919 οι Έλληνες μαζί με τους Αρμένιους και την πρόσκαιρη υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο ελληνοαρμενικό κράτος. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός για να προχωρήσουν στην «τελική λύση».
   Στις  19 Μαΐου  1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει
τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των Γερμανών και σοβιετικών συμβούλων του. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν τη ζωή τους ξεπέρασαν τους 350.000.
   Όσοι γλίτωσαν από το τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανόρθωση του καθημαγμένου εκείνη την εποχή ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα.
 Με αρκετή, ομολογουμένως, καθυστέρηση, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα στις 24 Φεβρουαρίου 1994 την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.

__________________________________________________________________



ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ
Άκ’ σον πουλί μ’ την κεμεντζέν – άκ’ σον την τραωδίαν
Μοιρολογούν την προσφυγιά- και την γενοκτονίαν
Άκ’ σον πουλί μ’ την κεμεντζέν – άκ’ σον πως κλαίει σ’ ορμάνια
Κλαίει για τ’ αγια χώματα – του πόντου την ορφάνια
Κλαίν τα πουλία τ’ ουρανού- κλαίνε και τα λιθάρια
Σ’ εκείνον τον ξεριζωμόν- εσπάγαν παλικάρια
Άκ’ σον πουλί μ’ το λάλεμαν – άκ’ σον πως κλαίει η λύρα
Τον πόντον που ορφάνεψεν – σταλμέν’ τσα έτον μοίρα
Εστάθεν κι ο σταυραετόν – ν’ ακούει το μοιρολόι
Αν είχεν στόμαν ανθρωπή- θ’ εβάρκιζεν ώι- ώι
Για αφουκρέθ’ την κεμεντζέν- σο νους τον πόντον φέρων
Αούτ’ τη μέραν παλικάρ’ – άκ’ σον ντο λέι ο γέρων.
Σιτ’ ‘ετον ήλιος φωτεινός- έρθεν μαύρον αντάραν
Σ’ ατόν π’ εποίκεν το κακόν- ας ρούζ’ τρανόν κατάραν
Άκ’ σον πουλί μ’ το μοιρολόι- άκ’ σον την τοξαρέαν
Τρανά κιφάλια εκάρφωσαν- σον πόντον μαχαιρέαν.
Βροντά κι αστράφτ’ ο Διγενής- η γης αναταράεν
Ση πόντου την χαλαμονήν – ατέ πα εχπαράεν.
Οι γέρ’ λέγνε το μοιρολόι- παιδάντ’ κρούν τα καμπάνας
Εντάμαν εφτάν’ μνημόσυνον- σα σκοτωμένα μάνας.
Ελίβωσεν κι ο ουρανόν- μαύρον επέρεν χρώμαν
Ασή πατρίδας την γεράν- το αίμαν στάζ’ ακόμαν.
Σο πένθιμον το παίξιμον- κλαίγνε τα επουράνια
Αναστορεί κι ο γέροντας- του πόντου την τυρράνια.
Ση κεμεντζές το μοιρολόι- κλαίγνε και τα εικόνας
Η παναγιά θ’ αναστειλών- του πόντου τα κολώνας.
Ο πόντον εν ελληνισμός- ο πόντον εν κειμήλιον
Απές σον κόσμον θα φωτάζ’ – όσον φωτάζ κι ο ήλιον





«Από την εκδήλωση που έγινε στο σχολείο μας για τη γενοκτονία των Ποντίων   14-5-2014»
_______________________________________________________


ΠΑΡΘΕΝ
Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ
Aυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ' άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης
«Πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κ' είπε να πάψουν πια
«πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη.


Όμως απ' τ' άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα
το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
και με την λύπη των Γραικών των μακρινών εκείνων
που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη.
Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
με στο «φτερούλν' αθε χαρτίν περιγραμμένον
κι ουδέ στην άμπελον κονεύ' μηδέ στο περιβόλι
επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ' την ρίζαν».

Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν
«Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ' αναγνώθ' σίτ' ανακλαίγ' σίτ' ανακρούγ' την κάρδιαν.
Ν' αοιλλή εμάς, να βάι εμάς, η Pωμανία πάρθεν.»